Mercosur και Ελλάδα: Στρατηγική Ευκαιρία ή Αγροτικός Κίνδυνος; Η Μεγάλη Συμφωνία, οι Προστασίες και τα Ανοιχτά Ερωτήματα

Ύστερα από ένα τέταρτο του αιώνα σκληρών, πολύπλοκων και συχνά αμφιλεγόμενων διαπραγματεύσεων, η Ευρωπαϊκή Ένωση οδηγείται στην υπογραφή μιας από τις μεγαλύτερες και γεωπολιτικά σημαντικότερες εμπορικές συμφωνίες της σύγχρονης ιστορίας της: της συμφωνίας με τη Mercosur. Πρόκειται για μια συμφωνία που ξεπερνά κατά πολύ τα όρια της απλής εμπορικής διευθέτησης και αγγίζει τον πυρήνα της ευρωπαϊκής αγροτικής πολιτικής, της προστασίας των τοπικών προϊόντων, της διεθνούς ανταγωνιστικότητας και της γεωστρατηγικής ισορροπίας σε έναν κόσμο που αλλάζει με ταχύτητα.

Για την Ελλάδα, η Mercosur δεν είναι ούτε αυτονόητη ευκαιρία ούτε απλή απειλή. Είναι μια σύνθετη εξίσωση, στην οποία συνυπάρχουν σημαντικά οφέλη –όπως η διεύρυνση αγορών και η θεσμική θωράκιση προϊόντων ΠΟΠ– αλλά και σοβαροί προβληματισμοί, κυρίως για τον αγροδιατροφικό τομέα και την πραγματική αποτελεσματικότητα των μεταβατικών περιόδων προστασίας. Η θετική ψήφος της χώρας μας δεν ήταν τυχαία· αποτέλεσε προϊόν στάθμισης οικονομικών, κοινωνικών και γεωπολιτικών παραμέτρων, σε μια συγκυρία όπου η Ευρώπη αναζητά νέο ρόλο σε έναν πολυπολικό κόσμο.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η Mercosur «είναι καλή ή κακή», αλλά τι ακριβώς σημαίνει για την Ελλάδα σήμερα και –κυρίως– πώς μπορεί να αξιοποιηθεί χωρίς να υπονομεύσει την εγχώρια παραγωγή και την αγροτική ταυτότητα της χώρας.

Τι είναι η Mercosur και γιατί αφορά άμεσα την Ελλάδα

Η Mercosur αποτελεί κοινή αγορά της Λατινικής Αμερικής, στην οποία συμμετέχουν η Αργεντινή, η Βραζιλία, η Ουρουγουάη και η Παραγουάη. Με την υπογραφή της συμφωνίας, δημιουργείται η μεγαλύτερη ζώνη ελεύθερων συναλλαγών στον κόσμο, καλύπτοντας περισσότερους από 700 εκατομμύρια καταναλωτές. Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η συμφωνία αυτή λειτουργεί ως στρατηγική απάντηση τόσο στη διείσδυση της Κίνας στη Λατινική Αμερική όσο και στις αυξημένες εμπορικές πιέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών.

Για την Ελλάδα, η σημασία της συμφωνίας έγκειται κυρίως σε τρεις άξονες:

  1. Προστασία εθνικών αγροτικών προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας,
  2. Διεύρυνση εξαγωγικών δυνατοτήτων,
  3. Σταθεροποίηση της γεωπολιτικής θέσης της χώρας εντός της Ε.Ε.

Η ελληνική στάση και τα ανταλλάγματα της θετικής ψήφου

Η Ελλάδα ψήφισε υπέρ της συμφωνίας, έχοντας εξασφαλίσει συγκεκριμένες δικλίδες ασφαλείας. Κρίσιμο ζήτημα αποτέλεσε η προστασία των εσπεριδοειδών, όπου επιτεύχθηκε διεύρυνση των προστατευτικών μέτρων με αυξημένους δασμούς για τα εισαγόμενα προϊόντα από τις χώρες της Mercosur. Η στόχευση ήταν σαφής: να διατηρηθεί η ανταγωνιστικότητα και η τιμή των εγχώριων προϊόντων, αποτρέποντας μαζικές εισαγωγές χαμηλότερου κόστους.

Παράλληλα, κομβικής σημασίας υπήρξε η κατοχύρωση των ελληνικών προϊόντων Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ). Συνολικά, 344 ευρωπαϊκά προϊόντα προστατεύονται από απομιμήσεις, εκ των οποίων 21 είναι ελληνικά. Ανάμεσά τους βρίσκονται η φέτα, το ελαιόλαδο, η ελιά Καλαμάτας, η κορινθιακή σταφίδα, ο κρόκος Κοζάνης, η μαστίχα Χίου, παραδοσιακά τυριά και σημαντικές ελληνικές ονομασίες οίνου.

Η «γκρίζα ζώνη» της φέτας και η επταετής μεταβατική περίοδος

Παρά τις θετικές πρόνοιες, έντονο προβληματισμό προκαλεί η επταετής μεταβατική περίοδος για προϊόντα γεωγραφικής ένδειξης, όπως η φέτα. Η συμφωνία επιτρέπει σε επιχειρήσεις χωρών της Mercosur που ήδη χρησιμοποιούν τον όρο «feta» να συνεχίσουν τη χρήση του για έως επτά χρόνια, υπό την προϋπόθεση ότι θα αναγράφεται ευδιάκριτα η γεωγραφική προέλευση του προϊόντος.

Η ρύθμιση αυτή, αν και συμβιβαστική, δημιουργεί εύλογες ανησυχίες: η σύγχυση του καταναλωτή, η καθυστέρηση πλήρους προστασίας και ο κίνδυνος υπονόμευσης της αξίας ενός εμβληματικού ελληνικού προϊόντος παραμένουν υπαρκτοί.

Εξαγωγικές ευκαιρίες: πολλά υποσχόμενες αλλά περιορισμένες

Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η συμφωνία ανοίγει μια νέα αγορά για την Ελλάδα, η οποία σήμερα περιλαμβάνει μόλις 335 ελληνικές επιχειρήσεις, με εξαγωγές ύψους περίπου 1,2 δισ. ευρώ. Τα αγροτικά προϊόντα αντιστοιχούν σε μόλις 34 εκατ. ευρώ, γεγονός που δείχνει τόσο το χαμηλό σημείο εκκίνησης όσο και το περιθώριο ανάπτυξης.

Ιδιαίτερες προοπτικές διαφαίνονται για τα γαλακτοκομικά (γιαούρτι, φέτα), καθώς και για τα ελληνικά κρασιά, δεδομένου ότι οι δασμοί στις εισαγωγές οίνου στις χώρες της Mercosur –που σήμερα φθάνουν έως και 35%– αναμένεται να μειωθούν σημαντικά.

Αγροτικές ανησυχίες και μηχανισμοί προστασίας

Κρίσιμης σημασίας για την Ελλάδα υπήρξε η πρόβλεψη μηχανισμών άμεσης παρέμβασης σε περίπτωση αναταράξεων της αγοράς. Συγκεκριμένα, συμφωνήθηκε η δυνατότητα διακοπής εισαγωγών ευαίσθητων προϊόντων όταν καταγράφεται αιφνίδια αύξηση τιμών κατά 5% – όριο σαφώς αυστηρότερο από το αρχικά προτεινόμενο 8%.

Στον τομέα του βοείου κρέατος και των πουλερικών, προβλέπεται μεταβατική περίοδος και συγκεκριμένες ποσοστώσεις (90.000 τόνοι βοείου κρέατος και 190.000 τόνοι πουλερικών). Για την Ελλάδα, όπου η εγχώρια παραγωγή βοείου κρέατος είναι περιορισμένη, οι φθηνότερες εισαγωγές ενδέχεται να λειτουργήσουν εξισορροπητικά για την αγορά, αν και παραμένει ο κίνδυνος πίεσης των τιμών σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Ποιοι αντιστάθηκαν και γιατί

Η συμφωνία δεν πέρασε χωρίς ισχυρές αντιδράσεις. Γαλλία, Πολωνία, Αυστρία, Ιρλανδία και Ουγγαρία καταψήφισαν, ενώ το Βέλγιο επέλεξε την αποχή. Καθοριστικό ρόλο έπαιξε η Ιταλία, η οποία στήριξε τελικά τη συμφωνία μετά τη δέσμευση της Κομισιόν για πρόσθετη χρηματοδότηση 45 δισ. ευρώ προς τους Ευρωπαίους αγρότες από τον νέο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό. Η Γαλλία, ωστόσο, παρέμεινε ανυποχώρητη, υπό την πίεση έντονων εσωτερικών πολιτικών και κοινωνικών αντιδράσεων.

Η συμφωνία Ε.Ε. – Mercosur αποτελεί μια ιστορική καμπή για την Ευρώπη και, κατ’ επέκταση, για την Ελλάδα. Δεν είναι μια συμφωνία «λευκή επιταγή», ούτε όμως και μια μονοδιάστατη απειλή. Είναι ένα εργαλείο, του οποίου η αξία θα κριθεί από τον τρόπο εφαρμογής, την εγρήγορση των εθνικών μηχανισμών ελέγχου και –κυρίως– από τη στρατηγική ικανότητα της χώρας να μετατρέψει τις θεωρητικές ευκαιρίες σε πραγματικό όφελος για την παραγωγή και την οικονομία της.

Για την Ελλάδα, το στοίχημα είναι διπλό: να αξιοποιήσει τη διεθνή προβολή και τη θεσμική προστασία των προϊόντων της, χωρίς να επιτρέψει να διαβρωθεί η αγροτική της βάση από αθέμιτο ανταγωνισμό και μεταβατικές «γκρίζες ζώνες». Η Mercosur δεν είναι το τέλος της συζήτησης· είναι η αρχή μιας μακράς δοκιμασίας για το κατά πόσο η ευρωπαϊκή και εθνική αγροτική πολιτική μπορεί να συνδυάσει την εξωστρέφεια με τη βιωσιμότητα, την ανάπτυξη με την προστασία, και τη γεωπολιτική φιλοδοξία με τον σεβασμό στην τοπική παραγωγική ταυτότητα.





Related Posts